Μέσα από τον φακό του Πιερπάολο Μιττίκα, το Τσερνόμπιλ παύει να είναι ένας νεκρός τόπος και μετατρέπεται σε ένα ζωντανό εργαστήριο ανθρώπινης ανθεκτικότητας
Το Τσερνόμπιλ είναι μια καταραμένη λέξη, μια λέξη που επαναλαμβάνεται όταν κάποιος μιλάει για καταστροφές (σχεδόν) βιβλικών διαστάσεων που έχουν χαραχτεί στη μνήμη της ανθρωπότητας.
Εδώ όπου το αόρατο δηλητήριο συναντά την ακλόνητη αγάπη για τη γενέθλια γη ο φωτογράφος Πιερπάολο Μιττίκα βρήκε το δηλητηριασμένο πεδίο δράσης του.
Το λεύκωμα του αποτελεί μαρτυρία για τις κοινότητες που είτε ζουν είτε περνούν από τη ζώνη αποκλεισμού, μια περιοχή περίπου 2.600 τετραγωνικών χιλιομέτρων (1.000 τετραγωνικά μίλια) γύρω από το σημείο του πυρηνικού ατυχήματος του 1986.
Οι φωτογραφίες στο βιβλίο καλύπτουν έξι χρόνια και περιλαμβάνουν εικόνες ανθρώπων που επέστρεψαν στα χωριά τους μετά την αναγκαστική εκκένωσή τους.
Πιστεύεται ότι περίπου 4.000 ζουν αυτή τη στιγμή στο Τσερνόμπιλ – χειριστές των αντιδραστήρων που δεν έχουν ακόμη αποσυναρμολογηθεί, στρατιωτικό προσωπικό που περιπολεί την περιοχή και επιστήμονες που μελετούν τις επιπτώσεις της καταστροφής.
Ο Μιττίκα ταξιδεύει τακτικά στην πόλη που ήρθε αντιμέτωπη με το τέλος της το 1986 -και σήμερα είναι πεδίο πολέμου, ένας ανασταλτικός παράγοντας στην ανάκαμψη της περιοχής.
Με αφορμή την επέτειο των 40 χρόνων από εκείνο το ξημέρωμα της 26ης Απριλίου του 1986, όταν ο Αντιδραστήρας 4 του πυρηνικού σταθμού του Τσερνόμπιλ εξερράγη, στέλνοντας ένα ραδιενεργό νέφος να καλύψει την Ευρώπη και να αλλάξει για πάντα την παγκόσμια ιστορία δημιουργώντας ένα συλλογικό φοβικό σύνδρομο που κράτησε γενιές ολόκληρες, το λεύκωμα του Μιττίκα Chernobyl (εκδόσεις GOST Books) μοιάζει επιτακτικό στην ανάγνωση του.
«Τα παιδιά που φωτογράφησα το 2002 δεν ζουν πια, και αυτός είναι ο λόγος που αυτό το βιβλίο πρέπει να αποτελέσει τη μνήμη εκείνων των ανθρώπων»


Σήμερα το σκηνικό έχει αλλάξει δραματικά. Η διεθνής κοινότητα, αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση και την ανάγκη για πηγές χαμηλών εκπομπών άνθρακα, δείχνει να επιστρέφει δυναμικά στην πυρηνική ενέργεια.
Σύμφωνα με το Reuters, περισσότεροι από 400 αντιδραστήρες λειτουργούν παγκοσμίως, ενώ περίπου 70 νέοι βρίσκονται υπό κατασκευή.
Η πυρηνική ενέργεια καλύπτει πλέον το 10% της παγκόσμιας παραγωγής ηλεκτρισμού, αποτελώντας το ένα τέταρτο των καθαρών πηγών ενέργειας.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή λειτούργησε ως ο τελικός επιταχυντής αυτής της στροφής, αναγκάζοντας την Ευρώπη να αναζητήσει λύσεις πέρα από τα παραδοσιακά ορυκτά καύσιμα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα της μεγάλης επιστροφής, το έργο του Ιταλού φωτογράφου Πιερπάολο Μιττίκα λειτουργεί ως μια απαραίτητη ηθική πυξίδα.
Επισκεπτόμενος τη Ζώνη Αποκλεισμού από το 2002, ο Μιττίκα δεν στάθηκε μόνο στα ερείπια.
«Το Τσερνόμπιλ μου δίδαξε ότι η αγάπη για τη γη των προγόνων είναι ισχυρότερη από τον φόβο ενός αόρατου εχθρού»



«Οι περισσότεροι από τους πληγέντες από τη ραδιενέργεια είναι νεκροί» λέει με μια ηρεμία που συγκλονίζει. Το βιβλίο του είναι ένα τεκμήριο για τις κοινότητες που συνεχίζουν να αναπνέουν μέσα στα 2.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα της απαγορευμένης ζώνης.
«Πώς δείχνεις το αόρατο; Πώς φωτογραφίζεις αυτό που δεν υπάρχει για τα μάτια σου, αλλά επηρεάζει βαθιά την υγεία, τη φυσική και τα πάντα γύρω σου;»
«Πώς δείχνεις το αόρατο; Πώς φωτογραφίζεις αυτό που δεν υπάρχει για τα μάτια σου, αλλά επηρεάζει βαθιά την υγεία, τη φυσική και τα πάντα γύρω σου;» αναρωτιέται ο ίδιος, δίνοντας τη σκληρή απάντηση με πορτρέτα πόνου και δύναμης.
Ο Μιττίκα επιμένει να αναζητά την ομορφιά ακόμη και στο δράμα. «Πιστεύω ότι η ομορφιά είναι κρίσιμη στη φωτογραφία, ειδικά στο ρεπορτάζ, γιατί μόνο μια όμορφη φωτογραφία αιχμαλωτίζει την προσοχή των ανθρώπων», εξηγεί.
Για τον Ιταλό ουμανιστή φωτογράφο και σκηνοθέτη, γνωστό για τα ντοκιμαντέρ του για περιβαλλοντικά και κοινωνικά ζητήματα, μια δυνατή φωτογραφία χρειάζεται τρία στοιχεία: το ντοκουμέντο, τη σύνθεση και την ψυχή του φωτογράφου. «Αν έχεις μόνο το ντοκουμέντο, οι θεατές ξεχνούν την εικόνα μέσα σε ένα μήνα. Δεν θα μείνει στη μνήμη».
Η Ζώνη Αποκλεισμού συχνά περιγράφεται ως ένας νεκρός τόπος, αλλά ο Μιττίκα διαψεύδει αυτή την εικόνα.
«Η ζώνη είναι γεμάτη ζωή. Τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι εργάζονται μέσα στη ζώνη κάθε μέρα σε βάρδιες 15 ημερών», αναφέρει.
Η πόλη του Τσερνόμπιλ σήμερα μοιάζει με μια κανονική ουκρανική πόλη που υπάρχει σε έναν εντελώς μη κανονικό τόπο. Διαθέτει αγορές, καταστήματα, εκκλησία, γυμναστήριο.
«Υπάρχει ζωή που θριαμβεύει εκεί που η ζωή θα έπρεπε να είναι αδύνατη. Παρά τη μόλυνση και τη ραδιενέργεια, πάλλεται από ζωή».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανακάλυψη της ιστορίας των Χασιδιστών Εβραίων του Τσερνόμπιλ, μια πτυχή που η ραδιενέργεια κόντεψε να σβήσει.
«Πώς δείχνεις το αόρατο; Πώς φωτογραφίζεις αυτό που δεν υπάρχει για τα μάτια σου, αλλά επηρεάζει βαθιά την υγεία, τη φυσική και τα πάντα γύρω σου;»



«Η ραδιενέργεια δεν σβήνει μόνο τη γη και το περιβάλλον, αλλά και την ιστορία και τις μνήμες ενός τόπου», τονίζει ο Μιττίκα. Κάθε χρόνο, εκατοντάδες πιστοί επιστρέφουν στους τάφους των ιδρυτών του κινήματός τους, αποδεικνύοντας ότι η πνευματικότητα είναι συχνά ισχυρότερη από τον φόβο των ισοτόπων.
Οι πιο συγκινητικές μορφές στο έργο του Μιττίκα είναι οι Samosely, οι ηλικιωμένοι που δεν έφυγαν ποτέ ή επέστρεψαν κρυφά στα σπίτια τους λίγο μετά την καταστροφή.
«Το 2003 ήταν πολλοί. Τώρα, ίσως έχουν απομείνει δέκα εν ζωή», λέει. Η Μαρία, 94 ετών, ζει ολομόναχη στο χωριό Κουποβάτε, υπομένοντας τους σκληρούς χειμώνες της Ουκρανίας. «Όλοι οι Samosely μοιράζονται αυτή την αποφασιστικότητα. Ήθελαν να ζήσουν στα εδάφη τους γιατί είναι δεμένοι με τη γη τους. Την αγαπούν, αγαπούν το μέρος όπου γεννήθηκαν».
Αυτοί οι άνθρωποι δίδαξαν στον φωτογράφο το πιο σημαντικό μάθημα. «Την αγάπη για την πατρίδα, την αγάπη για την καταγωγή, την αγάπη για το σπίτι. Η βότκα καθαρίζει τα πάντα, λένε οι εργάτες που αναπνέουν ραδιενεργά σωματίδια όλη μέρα. Η πίστη τους στο πεπρωμένο είναι η μόνη τους άμυνα» προσθέτει ο Μίττικα.
«Η ραδιενέργεια δεν σβήνει μόνο τη γη και το περιβάλλον, αλλά και την ιστορία και τις μνήμες ενός τόπου»


Παρά το γεγονός ότι τρώνε καθημερινά μολυσμένη τροφή, πολλοί από αυτούς έφτασαν σε πολύ προχωρημένη ηλικία.
Ο Μιττίκα περιγράφει ένα δείπνο με έναν από αυτούς: «Μετά το υπέροχο δείπνο, μου έδειξε εργαστηριακά αποτελέσματα που ισχυρίζονταν ότι όλα ήταν καθαρά. Ο οδηγός μου μετέφρασε τα αποτελέσματα, αποκαλύπτοντας ότι όλο το φαγητό ήταν βαριά μολυσμένο. Εκείνος δεν το καταλάβαινε γιατί δεν τον ένοιαζε. Ψυχολογικά, το να φοβάσαι συνεχώς κάτι, σε οδηγεί στο θάνατο».
Η δουλειά σε ένα τέτοιο περιβάλλον απαιτεί τεράστια ψυχικά αποθέματα. Ο Μιττίκα παραδέχεται ότι η κάμερα λειτουργεί συχνά ως ασπίδα. «Όταν είσαι πίσω από την κάμερα, είσαι συγκεντρωμένος στη δουλειά σου και αυτό σε προστατεύει εκείνη τη στιγμή. Τα πραγματικά προβλήματα έρχονται μετά».
Η σκέψη των ανθρώπων που συνάντησε και η γνώση ότι πολλοί από αυτούς, ειδικά τα παιδιά στα νοσοκομεία, δεν είχαν καμία πιθανότητα επιβίωσης, είναι το πιο δύσκολο κομμάτι του ταξιδιού.
«Η βότκα καθαρίζει τα πάντα, λένε οι εργάτες που αναπνέουν ραδιενεργά σωματίδια όλη μέρα. Η πίστη τους στο πεπρωμένο είναι η μόνη τους άμυνα»


«Αυτή είναι η δουλειά μας. Πρέπει να κάνουμε αυτή την εργασία για να καταγράψουμε καταστάσεις, να αναφέρουμε την αδικία ενάντια στους ανθρώπους, ενάντια στο περιβάλλον» ομολογεί.
Καθώς συμπληρώνεται η τεσσαρακοστή επέτειος, ο Μιττίκα μαζί με τον συνάδελφό του Αλεσάντρο Τεσέι ετοιμάζουν ένα ντοκιμαντέρ για αυτό το ορόσημο. Παρά τις δεκάδες φορές που δήλωσε ότι τελείωσε με το Τσερνόμπιλ, πάντα επιστρέφει.
«Πάντα υπάρχει μια άλλη ιστορία να πεις. Υπάρχουν αμέτρητες όμορφες ιστορίες που περιμένουν». Για τον ίδιο, η έκδοση του βιβλίου του είναι η κληρονομιά του. «Οι φωτογραφίες σε περιοδικά και εφημερίδες εξαφανίζονται μέσα σε μήνες. Το μόνο διαρκές συστατικό της φωτογραφίας είναι το βιβλίο».
Το Τσερνόμπιλ του 2026 δεν είναι πια μόνο ένα μνημείο της αποτυχίας του παρελθόντος. Είναι ένας προγνωστικός δείκτης για το πώς η ανθρωπότητα διαχειρίζεται τα λάθη της.
